Είναι συχνό φαινόμενο να αμφισβητείται η αξιοπιστία των ελληνικών δημοσκοπήσεων. Απο το 2000 όπου η Ελλάδα “κοιμήθηκε” με κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας και “ξύπνησε” με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, μέχρι το δημοψήφισμα του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 για το οποίο κυκλοφόρησαν σημειώματα τα οποία έδειχναν στημένες δημοσκοπήσεις υπέρ του ΝΑΙ, φαίνεται πως δέν υπάρχει εκλογική αναμέτρηση στην οποία αυτός που βρίσκεται πίσω στις δημοσκοπήσεις να μην τις καταγγέλει ως πλαστές.

Η παραπάνω κριτική δεν μπορεί παρα να εμπεριέχει μια δόση αλήθειας. Όντως την τελευταία εικοσαετία στην οποία οι τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις εκτελούνται τακτικά υπήρξαν περιπτώσεις όπου τα αποτελέσματά τους απέκλειναν σημαντικά απο το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.

Παρολαυτά ένας ψηφοφόρος ο οποίος θέλει να μάθει αν το κόμμα του αδικείται συστηματικά στις δημοσκοπήσεις έχει σημαντικά προβλήματα να αντιμετωπίσει:

  • Το αποτέλεσμα των δημοσκοσεων είναι σε ένα βαθμό τυχαίο. Η ίδια δημοσκοπική εταιρεία, ακολουθόντας την ίδια μεθοδολογία ανάλογα με το τυχαίο δείγμα που θα διαλέξει υπάρχει η πιθανότητα να υπερεκτιμήσει ή να υποεκτιμήσει τα ποσοστά ενός κόμματος.

  • Οι ψηφοφόροι τήνουν να δείχνουν και οι ίδιοι κομματική μεροληψία. Παρακολουθούν συνήθως μέσα ενημέρωσης τα οποία συμβαδίζουν με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Κάποιος που διαβάζει efsyn.gr δύσκολα θα διαβάζει antinews.gr και το αντίστροφο. Τα μέσα αυτά θα μπορούσαν να εκμεταλευτούν την τυχαιότητα στις δημοσκοπήσεις για να επιλέξουν αυτές οι οποίες αδικούν ένα κόμμα. Έτσι μπορούν θα μπορούσαν να κατασκευάσουν μια άδικη κατάσταση, η οποία δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.

  • Οι ψηφοφόροι δείχνουν επίσης προκατάληψη επιβεβαίωσης όπου τείνουν να πιστεύουν νέα στοιχεία που επιβεβαιώνουν τις προυπάρχουσες απόψεις τους. Έτσι αν ένας ψηφοφόρος πιστεύει πως το κόμμα του αδικείται (και γιατι να μην το πιστεύει εξαρχής εφόσων το υποστηρίζει;) θα εστιάσει στις δημοσκοπήσεις που μόνο λόγω τύχης αδικούν το κόμμα του. Θα εστιάσει επίσης στα αντίστοιχα δημοσιεύματα που δείχνουν οτι το κόμμα του αδικείται.

Το βασικό κριτίριο εδώ είναι πως ένα κόμμα πρέπει να αδικείται συστηματικά στις δημοσκοπήσεις, και όχι μία μεμονομένη φορά. Το άν ένας δημοσκόπος έιναι σταθερά μεροληπτικός υπέρ ή κατά κάποιου κόμματος είναι μια πολλή χρήσιμη πληροφορία την οποία χρησιμοποιούμε στο μοντέλο μας. Είναι επίσης μια πληροφορία η οποία θα έπρεπε να ενδιαφέρει κάθε ψηφοφόρο ακόμη και αν το κόμμα του ευνοείται απο μία δημοσκοπική εταιρεία. Για να δείξουμε αυτό το τελευταίο σημείο με ένα παράδειγμα, στο τέλος του άρθρου θα περιγράψουμε τις σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις που είχαν για τον ΣΥΡΙΖΑ οι δημοσκοπίσεις της εταιρείες VOX-Pop στις εκλογές του 2019, παρόλο που αυτές τον ευνοούσαν δημοσκοπικά.

Ποια μεθοδολογία ακολουθούμε λοιπόν προκειμένου να μετρήσουμε την κομματική μεροληψία των δημοσκόπων;

  • Καταρχάς συλλέγουμε πολλές δημοσκοπήσεις. Συγκεκριμένα συλλέγουμε όλες τις δημοσκοπήσεις που έχουν διεξαχθεί στην Ελλάδα απο τις μεγάλες δημοσκοπικές εταιρείες απο το 2012 μέχρι το 2021.
  • Έπειτα με βάση όλες τις διαθέσιμες δημοσκοπήσεις για κάθε κόμμα, για κάθε χρονική στιγμή βρίσκουμε μια γραμμή τάσης την οποία ορίζουμε σαν την πραγματική τιμή των δημοσκοπικών ποσοστών. Μπορεί να σκεφτεί κανείς αυτήν την γραμμή τάσης σαν την μέση τιμή των δημοσκοπικών ποσοστών κάθε κόμματος, αν και η τεχνική που χρησιμοποιούμε είναι πιο εξελιγμένη.
  • Χρησιμοποιούμε αυτήν την γραμμή τάσης σαν μια βάση ως προς την οποία οι δημοσκοπίσεις είναι πιο θετικές η πιο αρνητικές για κάθε κόμμα.

Για ποίον λόγο όμως η μέση τιμή των δημοσκοπίσεων να βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα; Υπάρχουν δύο λόγοι:

  • Μπορούμε να ελέγξουμε τι αποτέλεσμα δίνει αυτή η μέση τιμή στις εκλογικές αναμετρήσεις και κατα κανόνα δίνει καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με μια μεμονομένη δημοσκοπική εταιρεία.

  • Παραδόξως υπάρχουν πολλές δημοσκοπικές εταιρείες, και πέρα απο τον μεγάλο τους αριθμό διενεργούν δημοσκοπίσεις για μέσα μαζικής ενημέρωσης που έχουν σαφή και διαφορετική πολιτική/κομματική τοποθέτηση. Συνεπώς μια δημοσκόπιση που έχει γινει κατα παραγγελία του Documento, θα είναι είτε ουδέτερη έιτε ευνοική προς τον ΣΥΡΙΖΑ, και αντίστοιχα για μια δημοσκόπιση που έχει γίνει κατα παραγγελία του Πρώτου Θέματος. Έτσι στον μέσο όρο οι διάφορες μεροληψίες θα πρέπει να αλληλοαναιρούνται, και η τιμή που προκύπτει να έιναι πιο αξιόπιστη.

Καταρχήν εστιάζουμε στα δύο μεγάλα κόμματα την Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ. Βρίσκουμε την μέση απόκλιση για κάθε εταιρεία και κάθε ένα απ’τα δύο κόμματα απ’την γραμμή τάσης. Έπειτα παίρνουμε την διαφορά απο τις δύο αποκλίσεις ώστε να υπολογίζουμε μία τιμή. Αυτή αντιστοιχεί στην συνολική απόκλιση υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος. Για παράδειγμα αν μία δημοσκοπική εταιρεία δίνει συστηματικά +1 μονάδα στην Νέα Δημοκρατία και -2 μονάδες στον ΣΥΡΙΖΑ η κομμάτική μεροληψία της είναι +1-(-2)=+3 μονάδες. Με βάση τα παραπάνω σχηματίζουμε τον παρακάτω πίνακα κομματικής μεροληψίας.

image info

O παραπάνω πίνακας εμπεριέχει μια σειρά απο πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία. Καταρχάς αντίθετα με το τι θα αποκόμιζε κάποιος διαβάζοντας ένα μέσο με κομματική κατέυθυνση

  • οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν μερολήψία τόσο υπέρ της Νέας Δημοκρατίας (θετικές τιμές) όσο και υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ (αρνητικές τιμές).

Πέρα απο αυτό, η μεροληψία που αναλύουμε εμφανίζει διάφορες συμμετρίες:

  • Ο αριθμός των δημοσκοπικών εταρειών που είναι ευνοικές προς το ένα ή το άλλο κόμμα είναι σχεδόν ο ίδιος.
  • Ο βαθμός της κομματικής μεροληψίας είναι σχεδόν στο ίδιο εύρος τιμών και προς τις δύο κατευθύνσεις. Δηλαδή οι πιό έντονες μεροληψίες αλλάζουν την διαφορά των κομμάτων κατά +5 και -7 μονάδες. Πιθανά πίο μεγάλες τιμές σταματούν να γίνονται πιστευτές.

Τα παραπάνω ονόματα των δημοσκοπικών εταιρειών, πέρα απο κάποιες συστημικές εταιρείες, είναι μάλλον άγνωστα στο ευρύ κοινό. Οπότε πιθανά η σύνδεση με τους κομματικούς μηχανισμούς να μήν έιναι έυκολα αντιληπτή. Μια πιο λεπτομερής ανάλυση των εντολέων των παραπάνω δημοσκοπίσεων δίνει ακόμη περισσότερο βάρος στα παραπάνω ευρήματα. Η εταιρεία Opinion Poll που κατα μέσο όρο αυξάνει την διαφορά κατά +5 μονάδες για την Νέα Δημοκρατία διενεργεί δημοσκοπήσεις για τo σάιτ iefimerida.gr, το political.gr, και το Πρώτο Θέμα. H εταιρεία Public Issue, με +2 μονάδες διαφορά, (που πλέον δεν είναι ενεργή) διεξήγαγε έρευνες για τον Skai και την Καθημερινή. H εταιρεία Marc, με +1 μονάδα διαφορά, διεξάγει έρευνες για τον Alpha και τo Πρώτο Θέμα. H εταιρεία Interview, με +1 μονάδα διαφορά, διενεργεί δημοσκοπήσεις για την VerginaTV κανάλι της βόρειας ελλάδας, φίλα προσκείμενο στην Νέα Δημοκρατία.

Στην άλλη πλευρά της μεροληψίας η VOX-POP που έδινε κατα μέσο όρο -7 μονάδες στην διαφορά των δύο πρώτων κομμάτων υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, διενεργούσε δημοσκοπήσεις για λογαριασμό του Documento. Η Palmos Analysis, με -4 μονάδες διαφορά, διεξήγαγε έρευνες για το tvxs.gr. Η ProRata, με -1.77 μονάδες διαφορά, διεξήγαγε έρευνες για την Εφημερίδα των Συντακτών.

Τέλος, εξίσου ενδιαφέρον είναι πώς οι πιο γνωστές, παλιές και εδραιωμένες εταιρείες, GPO, Metron Analysis, MRB και Pulse-RC φαίνονται να έχουν την μικρότερη μεροληψία, με κάτω απο 0.5 μονάδες η κάθε μία, μια “μεροληψία” που μπορεί να εμφανιστεί λόγω της τυχαιότητας του δείγματος.

Γιατί είναι σημαντική η σωστή καταγραφή της κομματικής μεροληψίας;

Παρά το ότι οι περισσότερες απο τις δημοσκοπήσεις που αναλύσαμε είναι μεροληπτικές προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση αυτό δεν σημαίνει πως και η εικόνα που έχουν οι πολιτικοί αρχηγοί για τα εκλογικα ποσοστά είναι και αυτή λανθασμένη. Στην πραγματικότητα διενεργούνται πολλές μυστικές δημοσκοπήσεις οι οποίες δεν δημοσιεύονται ποτέ, ενώ ταυτόχρονα η μεροληψια κάποιων δημοσκόπων σίγουρα είναι γνωστή στους εντολοδόχους τους. Οι τελευταίοι μπορούν να διορθώσουν τα αποτελέσματα αποκομίζοντας μια πιο σωστή αναπαράσταση της πραγματικότητας.

Στις εθνικές εκλογές του 2019 σύμφωνα με πολλά δημοσιεύματα ο ΣΥΡΙΖΑ υποεκτίμησε την φθορά στα εκλογικά ποσοστά του και αιφνιδιάστηκε απο το μέγεθος της ήττας του (9% μονάδες).

Σύμφωνα με διάφορους αναλυτές ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τις εκλογές γιατί:

  1. Αθέτησε τις προεκλογικές του δεσμέυσεις για ανατροπή του μνημονίου.
  2. Υπερφορολόγησε τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα.
  3. Απέτυχε να μεταρρυθμίσει το κράτος και να καταπολεμήσει την διαφθορά.

Εάν παρατηρήσει κανέις τις δημοσκοπήσεις και ειδικά την γραμμή τάσης που υπολογίζουμε απο τον Σεπτέμβριο του 2015 μέχρι τις εκλογές του 2019 η Νέα Δημοκρατία, λίγο μετά απο τις εκλογές του 2015, εμφανίζει μια σταθερή διαφορά +15 έως +10 μονάδων υπερ της. Αυτή η διαφορά δεν μειώνεται σημαντικά μεχρι και την μέρα των εκλογών τις οποίες και κερδίζει. Το παράδοξο είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε αντιληφθεί αυτήν την διαφορά μέχρι τις Ευρωεκλογές που έγιναν λίγους μήνες πρίν τις εθνικές εκλογές. Η αρχική καχυποψία έναντί των παραδοσιακών δημοσκόπων φαίνεται πως ξεκίνησε απο την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, και εντάθηκε απο τις μεγάλες αποκλίσεις των δημοσκοπικών εταιρειών απο το πραγματικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της ίδιας χρονιάς. Παρόλαυτα και οι τρείς κάλπες το 2015 ήρθαν σαν αποκορύφωμα μιας απ’τις πιο ταραγμενες περιόδους του Ελληνικού κράτους τα τελευταία 50 χρόνια. Οι δημοσκοπήσεις είχαν μεγάλες δυσκολίες στο να προβλέψουν αντιστοιχα διεθνή εκλογικά φαινόμενα τα οποια ήταν αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης του 2008, όπως η ψήφος υπέρ του Brexit το 2016 και η εκλογή του προέδρου Trump επίσης το 2016.

Αντίθετα ο ΣΥΡΙΖΑ διατήρησε μια δυσπιστία απέναντι στις παραδοσιακές δημοσκοπίσεις και εμπιστεύτηκε τον Χριστόφορο Βερναρδάκη και την εταιρεία VOX-Pop του Γιάννη Σκλιά. Δεν είναι ξεκάθαρο ποια ήταν ακριβώς η μεθοδολογία της VOX-Pop πάντως σε έναν σημαντικό βαθμό φαίνεται πως βασίστηκε σε μια τεχνική που ονομάζεται river-sampling. Η τελευταία μέθοδος ουσιαστικά εκτελεί την εκάστοτε δημοσκόπηση διαδικτυακά, τοποθετόντας αγγελίες σε ιστοσελίδες. Αυτές τις αγγελίες πρέπει ένας τυχαίος χρήστης να τις πατήσει, να απαντήσει σε κάποιες δημογραφικές ερωτήσεις και ύστερα να δώσει τις εκλογικές του προτιμήσεις. Μπορεί κανείς εύκολα να εντοπίσει δύο σοβαρές πηγές σφάλματος:

  • Στην Ελλάδα το 2015 σύνδεση ευρυζωνικού ίντερνετ είχε μόλις το 67% των νοικοκυριών, ενώ το 2019 το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 76%, μειώνοντας σημαντικά το διαθέσιμο δημοσκοπικό δείγμα, και περιορίζοντας το σε συγκεκριμένα δημογραφικά χαρακτηριστικά.

  • Είναι λανθασμένη πρακτική να βασίζεται κάποιος σε μια τόσο ριζικά διαφορετική δημοσκοπική προσέγγυση χωρίς αυτή να έχει πρώτα επαληθευτεί επανειλημένα σε διαφορετικές εκλογικές αναμετρήσεις. Συγκεκριμένα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να εμφανιστεί το φαινόμενο του overfitting, όπου ένα μοντέλο προσαρμόζεται καλά στα υπάρχοντα δεδομένα αλλά δεν έχει καθόλου καλή επίδοση σε καινούργια δεδομένα.

Συνοπτικά, για τους παραπάνω λόγους, παρόλο που τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων της VOX-Pop ήταν θετικά για τον ΣΥΡΙΖΑ, η εικόνα που δημιουργούσαν στην τότε κυβέρνηση ήταν λανθασμένη, και ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν για επίσης λαθος λόγους έτοιμος να την πιστέψει. Το αποτέλεσμα ήταν μια αρκετά μεγάλη ήττα για τον ΣΥΡΙΖΑ (περίπου με 9% μονάδες) και η αποκάκρυνση απο θέσεις επιρροής τόσο του κυρίου Βερναδάκη όσο και του κυρίου Σκλιά.